timoni.gif (13843 bytes)

 

 

ΧΑΡΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ

 

Νικητιανών Θαλασσινές Διαδρομές

       

    Παλιά Νικήτη       

 

  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                            

ΝΙΚΗΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ  ΕΔΡΑ ΔΗΜΟΥ ΣΙΘΩΝΙΑΣ

 Τα Θεοφάνεια στην παραλία της Νικήτης μέσα από τη παράδοση.

Από το βιβλίο του ’γγελου Φ. Μάντσιου

Νικητιανών Θαλλασσινές Διαδρομές.

            

 Ο Αγιασμός των Υδάτων

Τις Κυριακές και τις Γιορτές, παιδιά σαν ήμασταν, είχαμε μια έγνοια να ξυπνήσουμε νωρίς, να ετοιμαστούμε βιαστικά, να πάμε στην εκκλησία, στον Αη - Νικήτα, να μπούμε στο ιερό, να προλάβουμε να δηλώσουμε κι εμείς παρόντες για τα εξαπτέρυγα,... τα «ξιφτέρια». Μα την ημέρα των Θεοφανείων κάτι περισσότερο. Ανηφορίζαμε το καλντερίμι σχεδόν τρέχοντας, φτάναμε στον Αη - Νικήτα και, λαχανιασμένοι, κατ' ευθείαν στο ιερό. Μικρούληδες εμείς, μικροκαμωμένοι, λιπόσαρκοι, φρεσκοκουρεμένοι με την ψιλή, αφηνόμασταν άβουλοι στα χέρια των λίγο μεγαλύτερων από εμάς. Αυτοί πάλι, με σοβαρότητα και αυστηρότητα, αντιστρόφως ανάλογη με τη μικρή τους ηλικία, μας βοηθούσαν να φορέσουμε τη στολή μας. Εκείνη την φαρδιά, μακριά μέχρι τον αστράγαλο μας, φαρδομάνικη, απαστράπτουσα, επίσημη στολή. Κατόπιν να μας τυλίξουν στη μέση μας πρώτα και στην συνέχεια στην πλάτη χιαστί την φαρδιά, μακριά λουρίδα, που σαν το οράριο του Διάκου μοιάζει, να περάσουμε τις δυό άκρες της πάνω από τους ώμους μας, να τις περάσουμε, στη συνέχεια, μέσα από τη ζώνη, που η ίδια σχηματίζει, να την σφίξουμε καλά, μη λασκάρει και πέσει και την πατήσουμε και «περδικλωθούμε», τα καημένα. Τι καμάρι!., με τη στολή την επίσημη, την απαστράπτουσα και το ξεφτέρι στα χέρια μας και έτοιμοι.

Σήμερα, όμως, είναι Θεοφάνεια, τα Φώτα. Θα ρίξουν το Σταυρό στη θάλασσα. Θα τον συνοδεύσουμε κι εμείς, τα... ξιφτέρια. Μετά το τέλος της πανηγυρικής Θείας Λειτουργίας του Ιωάννου Χρυσοστόμου, ή του Μεγάλου Βασιλείου, αν τύχαινε να 'ναι ημέρα Σάββατο, στον Αη - Νικήτα, όλο το εκκλησίασμα σε έξοδο «εν ιερά πομπή», με τα εικονίσματα, να πάμε κάτω στην Παραλία μας, στη Σκάλα, στην αποβάθρα, δύο χιλιόμετρα περίπου απόσταση, να γίνει εκεί ο Μεγάλος Αγιασμός, να γίνει ο «Αγιασμός των Υδάτων». Μπροστά το παιδί με το «σίδερο», το σήμαντρο, πίσω εμείς τα... ξιφτέρια, στη σειρά, πίσω από εμάς τα παλικάρια με τα λάβαρα. Ο Βασίλης, ο Χρήστος και ο Βουλής. Φίλοι μεταξύ τους, έφηβοι, γεροδεμένοι, κρατούν γερά το κοντάρι με το λάβαρο ψηλά ν' ανεμίζει στο ελαφρύ αεράκι. Και μετά, στη σειρά, τα εικονίσματα. Τα μικρά, τα ελαφριά, που τα κρατούν παιδιά, μαθητές και τα μεγάλα, του Χριστού, της Παναγίας, της Βάπτισης του Ιησού από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, του Αη - Νικήτα, του Αη - Νικόλα, πουτα κρατούν δυο - δυό, ζευγάρια, τα παλικάρια, οι άντρες, με επικεφαλής τον ευλαβή Αναστάσιο (Τάσιος).

Λίγο πιο πίσω ο μπάρμπα - Δήμος ο Δημαράς, ο νεωκόρος. Ο μπάρμπα -Δήμος ο σιωπηλός, ο αθόρυβος, είναι ο... ορισμός του νεωκόρου. Συμπαθέστατος, αεικίνητος, φροντίζει για όλα, κουβαλά μαζί του τα βιβλία, τα κεριά, τα καρβουνάκια, το θυμίαμα...

Πίσω οι ψάλτες. Ο γέρο - Δήμος Κυριαζής ο «Μπαλαροΰτσος», ο κυρ -Μήτσιος ο Χατζής και ο νεαρός ο Βασίλης ο Μάντσιος των «Καψαλαίων».

Ακολουθεί ο παπά - Νικόλας. Ο παπάς μας. Νέος, ωραίος, ψηλόλιγνος, ευθυτενής, με βήμα πάντα ταχύ, κρατώντας το Ευαγγέλιο, με το Σταυρό στο δεξί χέρι του και τα επίσημα άμφια να «φλαδίζουν» κατηφορίζοντας για την Παραλία. Για μας ο παπά - Νικόλας, που τον λέμε απλά και παπά - Νίκο, είναι κάτι το ξεχωριστό. Αυτή η ασκητική μορφή, είναι, για την γενιά μας και τις άλλες, που ακολούθησαν, τις κοντινότερες, απόλυτα ταυτισμένη μ' αυτήν την ίδια τη ζωή μας.

Εκείνος βάπτισε στον αέρα τ' αδέλφια μας, όταν λεχούνια κινδύνευαν, εκείνος τα κοινώνησε για πρώτη φορά, εκείνος μας διάβαζε τις ευχές σαν αρρωσταίναμε, εκείνος έκανε τους αγιασμούς στο ξεκίνημα κάποιας δραστηριότητας των πατεράδων μας, εκείνος ήρθε στα σπίτια μας. νύχτα, με το φαναράκι, μ' οποιονδήποτε καιρό, τσαλαβουτώντας κυριολεκτικά στα λασπόνερα, να κοινωνήσει, για τελευταία φορά, τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας...

Δίπλα του ακολουθεί κι ένας νεαρός, μεγαλύτερος δυό - τρία χρόνια από εμάς, το παπαδάκι, με το απλό το ράσο το μαύρο, ο Θανάσης. Με το θυμιατό στο ένα χέρι και το βιβλίο στο άλλο, βοηθά παντού και στο ψάλσιμο. Αργότερα ο Θανάσης θ' ακολουθήσει κι αυτός τα βήματα της ιεροσύνης, θα σπουδάσει, θα 'ρθει παπάς στο χωριό μας και ευχή είναι, οι νεότερες γενιές να 'χουν τον παπά - Θανάση όπως έχουμε κι εμείς στην καρδιά μας τον παπά - Νικόλα.

Πίσω ακολουθούν οι επίτροποι, οι γεροντότεροι, το εκκλησίασμα.

Στη θάλασσα, στην Παραλία μας, στο πλάτωμα, στην αρχή της αποβάθρας, όλα είναι έτοιμα. Οι θαλασσινοί μας, οι Παραλιώτες, όλοι όσοι δεν μπόρεσαν να 'ρθουν στον ’η - Νικήτα, λόγω και της απόστασης, είναι συγκεντρωμένοι και μας περιμένουν. Η Εκκλησιαστική Επιτροπή έχει ετοιμάσει το τραπέζι με το ασπροκέντητο τραπεζομάντιλο, την μεγάλη, βαθουλή, πλουμιστή, πορσελάνινη σουπιέρα, γεμάτη με το «προς  αγιασμόν  ύδωρ», τα μικρά φλιτζανάκια...

Τα καΐκια μας δεμένα στις σημαδούρες τους, λίγο ανοιχτά, δεξιά κι αριστερά της Σκάλας, λίγων τολμηρών οι ψαρόβαρκες δεμένες στα ρηχά, κοντά στις σκαλούδες της αποβάθρας, οι άλλες τραβηγμένες στην αμμούδα, ο Αη - Θόδωρος, το μεγάλο παρεκκλήσι από δίπλα, που ασπροβολάει φρεσκοβαμμένος, όλα συνθέτουν μια απαράμιλλης ομορφιάς εικόνα.

Φτάνουμε κι αρχίζει η προετοιμασία. Παίρνουμε τις θέσεις μας, ανάβουν, με δυσκολία στα μανάλια τα κεριά, ετοιμάζουν τα θυμιατά.

Στο βάθος, στο τέλος της αποβάθρας, στο κεφαλόσκαλο, στο φανάρι, περιμένουν οι βουτηχτές. Έφηβοι, με κορμιά δυνατά, καλλίγραμμα, ναυτόπουλα θαλασσογυμνασμένα, γόνοι θαλασσινών μας οι περισσότεροι, γυμνοί, φορώντας μοναχά τα μπανιερά τους, με τα πανωφόρια τους ριγμένα προσωρινά στις πλάτες τους, έτοιμοι για την κατάδυση.

Αρχίζει ο Μεγάλος Αγιασμός. Βάζει «ευλογητός» ο παπάς. Η δυνατή, καθαρή, κρυστάλλινη, μελωδική φωνή του παπά - Νικόλα, χωρίς μεγάφωνα, σχίζει τους αιθέρες, πάει κόντρα στον άνεμο, απλώνεται, φτάνει παντού, στο εκκλησίασμα, που έχει καταλάβει την ακρογιαλιά, φτάνει στα σπίτια της Παραλίας, φτάνει στα καΐκια, απλώνεται στο πέλαγος...

«Και υπέρ του καταξιωθήναι ημάς της ακροάσεως του Αγίου Ευαγγελίου...»

«Τω καιρώ εκείνω ήλθεν ο Ιησούς από Ναζαρέτ της Γαλιλαίας και εβαπτίσθη υπό Ιωάννου εις τον Ιορδάνην και ευθέως αναβαίνων από του ύδατος...».

Κι αργότερα, με δυνατή φωνή: «Εις επήκοον παντός του λαού αναγιγνώσκει» την ευχή.

«Μέγας ει Κύριε... Αυτός και νυν Δέσποτα αγίασον το ύδωρ τούτο...».

Έχει προηγηθεί κι ο κυρ - Μήτσιος ο Χατζής. Ο Ψάλτης. Ψάλλει μ' αυτήν την ιδιαίτερη, υψίτονο, μελωδική φωνή του. Ψάλλει αργά τα ιδιόμελα σε ήχον πλάγιον του δ'.

«Φωνή Κυρίου επί των υδάτων...».

«Σήμερον των υδάτων...».

«Ως άνθρωπος εν ποταμώ...».

Ο κυρ - Μήτσιος, που μας καθηλώνει εκστατικούς τις Κυριακές, μα κυρίως στις γιορτές, με τα βυζαντινά χερουβικά, εμπλουτισμένα μ' εκείνα τα «ποικίλματα», εκείνους τους «καλλίφωνους ειρμούς», τα «τεριρέμ», το «νε-νανέ».

«Τέρι-ρέρι-ρέρουμ...»

Λίγο πριν το τέλος του Μεγάλου Αγιασμού, λίγο πριν το «εν Ιορδάνη...»,

ο παπά - Νικόλας, κρατώντας τον αργυρόδετο ξυλόγλυπτο Σταυρό, που 'χει δεμένη στην άκρη του μια μικρή, κατακόκκινη, γυαλιστερή κορδέλα, αφήνει τον τόπο του Αγιασμού και με βήμα ταχύ, αποφασιστικό, βαδίζει πάνω στην άδεια αποβάθρα, προς το κεφαλόσκαλο. Βαδίζει,... πετάει θαρρείς. Τα άμφια ανεμίζουν, τα πόδια του ίσως δεν ακουμπούν καν στα χοντρά μαδέρια της Σκάλας, μοιάζει, θωρώντας τον απ' έξω, προβαλλόμενος πάνω στο γαλάζιο της θάλασσας, με τον Ιησού, ν' αφροπατά στα νερά της Τιβεριάδας, της λίμνης της Γεννησαρέτ... Θεέ μου συγχώρεσε με...

Στο κεφαλόσκαλο σταματά, στρέφει προς την ανατολή, αναδιπλώνει το φαιλόνιο προς τους ώμους του, απελευθερώνει καλά τα χέρια του, σηκώνει με το δεξί ψηλά το Σταυρό, «σταφνίζεται», τον πετά με δύναμη... πέρα... μακριά... ν' αγιασθούν τα «ύδατα».

«Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σον Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προ-σκννησις...»

Δίπλα του ένα σμάρι από εφηβικά κορμιά, οι βουτηχτές, ορμούν, πέφτουν άτακτα στη θάλασσα, όλοι μαζί, αφήνοντας στην άκρη... τεχνικές,... τακτικές,... αβρότητες και «ευ αγωνίζεσθαι». Η προσπάθεια τους είναι διαρκείας και πολύ δύσκολη. Ο παπά - Νικόλας πετά μακριά το Σταυρό, στα βαθειά, ο Σταυρός βουλιάζει, ακουμπά απαλά στον αμμουδερό βυθό, τριγυρισμένος από εκείνα τα κοντά, αραιά, ανοιχτοπράσινα φύκια και μοναχά η μικρή, κατακόκκινη, γυαλιστερή κορδέλα, λαμπιρίζοντας στις πρωινές αχτίδες του χειμωνιάτικου ήλιου, όσες καταφέρνουν να φτάσουν μέχρι εκεί, σηματοδοτεί το σημείο της θέσης του.

Η τακτική των βουτηχτών πρέπει να είναι για αγώνα ταχύτητας και συγχρόνως για αγώνα κατάδυσης. Και μετά από κάποια μικρή αναμονή και ίσως και μετά από κάποια αποτυχημένη προσπάθεια, βγαίνει στον αφρό, πρώτα ένα χέρι κρατώντας ψηλά το Σταυρό και ύστερα ένα κεφάλι... υπερήφανο. Φιλά το Σταυρό ο νικητής κι αργά κολυμπά προς την αποβάθρα, σκαρφαλώνει στα σίδερα, σηκώνει το χέρι του ψηλά, παραδίδει το Σταυρό στον παπά - Νικόλα, ασπάζεται την δεξιά του, παίρνει την ευχή του.

Κι όταν ο παπάς επιστρέφει στον τόπο της τέλεσης του Αγιασμού, στην αρχή της αποβάθρας, αρχίζει, σε λίγο, κι εκείνη η χρονοβόρα διαδικασία της μεταδόσεως του Αγιασμού σ' όλους μας, με τη σειρά και στη συνέχεια ο ασπασμός του Σταυρού από τα χέρια του παπά - Νικόλα, ο ασπασμός της δεξιάς του, το κτύπημα - ράντισμα στον «αγλέφαρό» μας με την αγιαστούρα από ευωδιαστό βασιλικό, βουτηγμένο στον Αγιασμό.

Οι περισσότεροι έχουν στις τσέπες μικρά φιαλίδια, να πάρουν Αγιασμό, να δώσουν, όταν γυρίσουν στα σπίτια τους, στους ανήμπορους, στους άρρωστους, στα βρέφη, στους παππούδες.

Μέχρι το τέλος της ημέρας, μέχρι «βασίλεμα ηλιού», πρέπει και να ραντίσουν με αγιασμό και τα σπίτια τους, τα υπάρχοντα τους, τα ζωντανά τους, τα περβόλια, τ' αμπέλια, τα λιόδεντρα, τα δίχτυα, τα παραγάδια, τις ψαρόβαρκες, τους γρυπούς, τα καΐκια τους.

Η ιερότητα της ημέρας, το μεγαλείο της όλης αυτής ιεροτελεστίας του Μεγάλου Αγιασμού, θα επέβαλλε, θα 'λεγε κανείς, να έχουμε όλοι μας μια κατανυκτική ευλάβεια, μια προσεκτική, ήρεμη συμπεριφορά, ευθέως ανάλογη και με την αδιαμφισβήτητη θρησκευτικότητα μας. Μπα... πού να τη βρούμε. Δεν γνωρίζουμε γιατί, και πώς γίνεται, όλο αυτό το πανδαιμόνιο, μόλις αρχίσει η διαδικασία της μεταδόσεως του Αγιασμού και ο ασπασμός του Σταυρού. Ίσως η βιασύνη να τελειώνουμε «μια ώρα αρχύτερα», ίσως, στο μυαλό μας, η εικόνα και η προσμονή, της απόλαυσης της κνίσας και της γεύσης του ψημένου παραδοσιακού λουκάνικου, με τα κουμματούδια πορτοκαλόφλουδας μέσα, που θα φάμε αμέσως μετά, για το έθιμο, μας αναγκάζει να στέλνουμε περίπατο την υπομονή μας. Μπορεί, όμως, και να είναι καλύτερα έτσι. Έτσι είμαστε, έτσι νοιώθουμε, έτσι κάνουμε!.. Σπρώξιμο από παντού και είναι θαύμα, πώς καταφέρνει ο παπάς και στέκεται όρθιος στη θέση του και πώς καταφέρνει ο νεωκόρος και κρατά σώα το τραπεζάκι και την μεγάλη, πορσελάνινη σουπιέρα με τον αγιασμό. Τι να σου κάνει, όμως, ο βραχύσωμος μπάρμπα - Δήμος, ο νεωκόρος. Εδώ ούτε κι ο σωματώδης ο κυρ - Πέτρος ο Φιλιππίδης, ο εκκλησιαστικός επίτροπος, μπορεί να βάλει μια κάποια τάξη, παρά τις προσπάθειες του.

Ο κυρ - Πέτρος, αυτός ο ευπατρίδης, επίτροπος για πολλά χρόνια, ψηλός, επιβλητικός, άντρας προς μίμηση για τους νεώτερους, αυστηρός, αποτελεί εγγύηση για την τήρηση της τάξης στην εκκλησία. Όλα πάνε ρολόι. Ακόμα κι αυτός ο ιεροκήρυκας, που έρχεται συχνά στον ’η - Νικήτα, να κηρύξει τον λόγο του Θεού, δέχτηκε, ο δυστυχής, και τις «ευγενικές» του παρατηρήσεις, όταν τον συνεπήρε ο λόγος και άργησε κάπως να τελειώσει το κήρυγμα. «Ουκ εν τω πολλώ το ευ», θέλησε να του επισημάνει ο κυρ - Πέτρος, αλλά, κουρασμένος και αγανακτισμένος όπως ήταν, του το μετέφρασε στα δικά μας.

- ’λλη φουρά, άμα αργή(ι)ισ'ς να τιλειώ(ι)σ'ς, θα σι κατιβάσου ακάτ', μι του ζόρ'!..

Από... το βήμα, εννοούσε ο κυρ - Πέτρος.

Και στον πρωτοφανή και ανεξέλεγκτο αυτόν συνωστισμό, την ημέρα του Μεγάλου Αγιασμού, των Θεοφανείων, κάποιος απρόσεκτος θα πατήσει και τα φρεσκοβαμμένα, με στουμπέτσι, στο μπροστινό τους μέρος, ασπρόμαυρα σκαρπίνια, που είναι και του συρμού, του κομψευόμενου, του Τριαντάφυλλου Ν. Καρανικόλα του «Σκαρλή» και θα τον αναγκάσει ν' αναφωνήσει ασεβώς... «ααα... και το ύδωρ τούτο».

'Οταν όλα τελειώνουν και η πομπή επιστρέψει στον ’η - Νικήτα και γίνει η «απόλυση», οι βουτηχτές, μ' επικεφαλής τον νικητή, παραλαμβάνουν από τα χέρια του παπά - Νικόλα τον Σταυρό, τον τοποθετούν σε μεταλλικό δίσκο, τον στολίζουν με φύλλα και κλώνους ευωδιαστού βασιλικού και τον περιφέρουν σ' όλα τα σπίτια, σ' όλα τα καφενεία, να τον ασπαστούν όλοι, μα, κυρίως, όσοι δεν μπόρεσαν να 'ρθουν στο Μεγάλο Αγιασμό, στον Αγιασμό των Υδάτων.

Είναι μεγάλη η τιμή γι' αυτά τα παλικάρια, τους βουτηχτές, που αψηφούν το αγιάζι, τα παγωμένα νερά, την πολύωρη αναμονή σε χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα. Μα πιο μεγάλη είναι η τιμή για τον νικητή.

- Ποιος, μαρή, τουν έβγαλι του Σταυρό;... ααα, μπράβου τ'!

Τον έβγαλε ο Μίμης, δυο φορές, σαν ήταν έφηβος.

Τον έβγαλαν ο Δημήτριος Τ. Γιοβανέκος, ο Ιωακείμ Τ. Καραγιάννης, ο Νίκος Γ. Συρδάρης.

Τον έβγαλε ο Μιχάλης Αναγνωσταράς της κυρά - Σουλτάνας. Ο Μιχάλης δεν χαμπαρίζει ούτε και με χιονιά, βουτά και μόνος του, αν χρειαστεί. Τον έβγαλε ο Δημήτριος (Μίμης) Α. Κανατάς πολλές φορές. Τον έβγαλε ο ’γγελος Ν. Κουτλιάνος.

Τον έβγαλαν, ή είχαν συμμετοχή, ο Μαυρουδής και Γιάννης Παναγιώτου οι «Μανάφηδες», ο Χριστόδουλος (Τάκης) Γ. Πλασταράς, ο Ιωακείμ Δούκας, ο Μαυρουδής Χ. Δαμπρινός, ο Θανάσης Γ. Παπανικολάου, ο Χρυσαφής (Τάκης) Γ. Σταμάτης, ο Παύλος Κ. Αναγνωσταράς, ο Μιχάλης Χ. Καραδήμος, ο Ιωακείμ (Μάκης) Σ. Συρδάρης, ο Μιχάλης Δ. Μιχαλούδης.

Τον έβγαλε ο Κώτσιος Τσαχάς της Κρουστάλλως, πολλές φορές.

Τον έβγαλε ο Κωστής Αναγνωσταράς, του Μιχάλη και της Φωτεινής.

Τον έβγαλαν τα Ελληνόπουλα του Πόντου και τώρα καινούριοι συγχωριανοί μας.

Τον έβγαλαν κι άλλα, πολλά παλικάρια!

Μεγάλη η ημέρα των Φώτων, των Θεοφανείων, του Μεγάλου Αγιασμού, του «Αγιασμού των Υδάτων». Η ημέρα αυτή, εδώ στο χωριό μας, είναι ταυτισμένη με την ναυτοσύνη, με την θάλασσα. Εκείνη την ημέρα, οι θαλασσινοί μας, οι ναυτικοί μας, έχουν την τιμητική τους. Γιορτάζουν.

Οι ψαράδες μας, έχουν τις βάρκες τους τραβηγμένες στην αμμουδιά. Οι καραβοκύρηδες φροντίζουν να βρίσκονται όλοι εδώ, να 'ναι τα καΐκια τους δεμένα στις σημαδούρες τους, δίπλα, κοντά στα σπίτια τους, να 'ναι κι αυτοί, μαζί με τις οικογένειες τους, μέχρι ν' αγιασθούν τα νερά. Και μετά τον «Αγιασμό των Υδάτων», την επαύριον, όλοι θα σαλπάρουν πάλι, για τον επιούσιο, την δημιουργία, την... περιπέτεια.


 

home.gif (6075 bytes)